ΘΕΜΑΤΑ
- ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
- ΑΡΘΡΑ
- ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ
- ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΙ ΦΟΡΕΙΣ
- ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ - ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
- ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
- ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΙ ΦΟΡΕΙΣ
- ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ (ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ - ΕΚΘΕΣΙΑΚΟΣ - ΚΙΝΗΤΡΩΝ)
- ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ
- ΕΡΕΥΝΕΣ - ΜΕΛΕΤΕΣ
- ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ (ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ - ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΑ - YACHTING)
- ΚΑΖΙΝΟ
- ΚΑΤΑΛΥΜΑΤΑ (ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ - ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΑ - ΚΑΜΠΙΝΓΚΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ)
- ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ (ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ - CAR RENTAL - ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ - ΚΤΕΛ - ΤΑΞΙ)
- ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
- ΞΕΝΑΓΟΙ
- ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
- ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
- ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ (ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ - ΔΙΕΘΝΕΙΣ - ΚΥΠΡΟΣ)
- ΠΡΟΣΩΠΑ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
- ΣΥΝΕΔΡΙΑ - ΗΜΕΡΙΔΕΣ - ΕΚΘΕΣΕΙΣ
- ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ - INTERNET ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
- ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ (ΑΦΙΞΕΙΣ - ΕΣΟΔΑ)
- ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ - ΕΟΤ
- EDITORIAL
- MARKETING - ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΕΩΝ
Από το Blogger.
DISNEY: Ο Ποντικός που Ικέτευε για Φαγητό

Ο Ουόλτ Ντίσνεϊ συνήθιζε να λέει ότι «υπάρχουν πολλοί Μίκυ Μάους µέσα µου», θέλοντας να δείξει ότι ήταν εύκολο να δώσει ευτυχία σε όλο τον κόσµο, αφού και ο ίδιος δήλωνε ευτυχισµένος. Ο ποντικός αυτός είχε καταφέρει να σώσει το νεαρό από τη µιζέρια και την ανυποληψία, µετατρέποντάς τον στην κορυφαία προσωπικότητα των κινουµένων σχεδίων.
O Ντίσνεϊ γεννήθηκε το 1901 στο Σικάγο. Από µικρός επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, ενώ σε ηλικία επτά χρονών είχε ήδη πουλήσει µερικά σκίτσα και ζωγραφιές στους γείτονές του. Ταυτόχρονα, µαζί µε τα αδέρφια του, βοηθούσε από τα χαράµατα τον ιδιότροπο πατέρα του στο κτήµα, ενώ αργότερα, µαζί µε τον αδερφό του, Ρόι, ξυπνούσε από τα χαράµατα για να µοιράσει εφηµερίδες. Πάντως, µε την πρώτη ευκαιρία, τα τέσσερα αδέρφια έφυγαν από το σπίτι, αφήνοντας µόνο τον καταπιεστικό πατέρα.
Το 1918, και ενώ είχε ήδη αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, τις τέχνες, τις µιµήσεις (αγαπηµένος του ηθοποιός προς µίµηση ήταν ο Τσάρλι Τσάπλιν) και τις µαθητικές θεατρικές παραστάσεις, ο Ντίσνεϊ προσπάθησε να καταταγεί στο στρατό για να πολεµήσει στον Α´ Παγκόσµιο Πόλεµο, όµως δεν έγινε δεκτός διότι δεν είχε συµπληρώσει τα 18 έτη. Άλλαξε όµως την ηµεροµηνία γεννήσεως και έγινε δεκτός από τον Ερυθρό Σταυρό ως οδηγός γαλλικού ασθενοφόρου, στο οποίο είχε ζωγραφίσει διάφορα σκίτσα.
Μετά τον πόλεµο, δούλεψε για λίγο σε διαφηµιστικό γραφείο, όπου ασχολήθηκε µε το animation, ενώ αργότερα άνοιξε µία εταιρεία, η οποία όµως πτώχευσε. Στη συνέχεια, έχοντας 40 δολάρια στην τσέπη, µετακόµισε στο θείο του στο Χόλιγουντ, όπου µε δανεικά λεφτά ετοίµαζε animated φιλµ (µέσα στο γκαράζ όπου δούλευε είχε στήσει µία κάµερα που στηριζόταν σε ξύλινα κουτιά – τα πρώτα του καρτούν ήταν αστείες φιγούρες πάνω σε µπαλόνια), τα οποία όµως δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία.
Το 1928, ο Ντίσνεϊ δηµιούργησε το Μίκυ Μάους, εµπνεόµενος από ένα φιλικό ποντικό που ικέτευε για φαγητό στο µικρό στούντιο όπου δούλευε, ο οποίος έγινε αµέσως ανάρπαστος. Το όνοµα Μίκυ ήταν ιδέα της συζύγου του, Λίλιαν, η οποία τον έπεισε να µην χρησιµοποιήσει το µάλλον άστοχο Μόρτιµερ. Αρκετά χρόνια αργότερα ο Ντίσνεϊ θα δήλωνε: «Ελπίζω ότι ποτέ δεν θα λησµονήσουµε ένα πράγµα: πως όλα ξεκίνησαν από ένα ποντίκι».
Ακολούθησαν και άλλοι επιτυχηµένοι χαρακτήρες, όπως ο Ντόναλντ Ντακ και ο Πλούτο, οι οποίοι εµφανίζονταν στα πρώτα έγχρωµα κινούµενα σχέδια (ο Ντίσνεϊ είχε φροντίσει να κατοχυρώσει την έγχρωµη διαδικασία για δύο χρόνια), αλλά και σε ρούχα µε την άδεια (έναντι αδρής αµοιβής) της Walt Disney Production, η οποία είχε ήδη συσταθεί από τον Ουόλτ και τον αδερφό του από το 1923.
Η επόµενη µεγάλη επιτυχία ήρθε το 1937 µε το φιλµ «Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι», µε κόστος 1,5 εκατοµµύριο δολάρια, ποσό απίστευτο για τα δεδοµένα της εποχής. Η επιτυχία αυτή έµελλε να µετατρέψει το δηµιουργό της σε ένα άτοµο καχύποπτο, µελαγχολικό και κατηφή, χαρακτηριστικά τα οποία βέβαια έρχονταν σε αντίθεση µε τις διάφορες φωτογραφίες όπου πάντα εµφανίζονταν χαµογελαστός, αλλά και τις δηλώσεις του ότι πάντα ήταν χαρούµενος και ευτυχισµένος.
Κατά το Β´ Παγκόσµιο Πόλεµο, οι εγκαταστάσεις της Walt Disney χρησιµοποιήθηκαν για την παραγωγή ταινιών σχετικά µε την εκπαίδευση και την ασφάλεια των στρατιωτών, αλλά και για προπαγανδιστικούς λόγους. Στη δεκαετία του ’50, η εταιρεία είχε ήδη αρχίσει να βγάζει τα δικά της television shows, ενώ είχε επεκταθεί και στο χώρο της δισκογραφίας.
Ο Ντίσνεϊ επινόησε, επίσης, την ιδέα του πρώτου θεµατικού πάρκου, µετά από µία επίσκεψη µε τις δύο κόρες του σε ένα πάρκο διασκέδασης, όπου παρατήρησε ότι ενόσω τα παιδιά έπαιζαν µε τα διάφορα παιχνίδια, οι γονείς τους δεν έκαναν τίποτα και βαριόνταν. Τότε, λοιπόν, σκέφτηκε να δηµιουργήσει ένα οργανωµένο πάρκο για όλη την οικογένεια, το οποίο έγινε πράξη το 1955 µε τη δηµιουργία της Disneyland. Φρόντισε, µάλιστα, να ανανεώνει συχνά τις διάφορες δραστηριότητες και τα παιχνίδια, ώστε να µην κουράζονται οι επισκέπτες, ενώ ήταν εξαιρετικά καθαρό, µε χαµογελαστούς και άριστα εκπαιδευµένους υπαλλήλους.
Ο Ντίσνεϊ έδινε ιδιαίτερη έµφαση στη συµπεριφορά των υπαλλήλων του (αν και είχε συχνά επικριθεί για τη συµπεριφορά του έναντι αυτών –είναι χαρακτηριστικό ότι απαγόρευε στους υπαλλήλους του να έχουν µουστάκι ή γένια), αφού γνώριζε ότι αυτοί έρχονταν σε επαφή µε τους επισκέπτες και έπαιζαν σηµαντικό ρόλο στην ικανοποίησή τους. Μάλιστα, συνήθιζε να λέει: «Χαµογελάστε, είµαστε στη σκηνή», θέλοντας να τους παροµοιάσει µε ηθοποιούς.
Τα επόµενα χρόνια, η εταιρεία του επεκτάθηκε και σε άλλους τοµείς, όπως ο τουρισµός, ο κινηµατογράφος, το λιανεµπόριο, το θέατρο, και η συνδροµητική τηλεόραση. Ο ιδρυτής της, όµως, δεν πρόλαβε να τα δει όλα αυτά –είχε προλάβει, πάντως, να ανακηρυχθεί ως ο πιο ισχυρός άνδρας των κινουµένων σχεδίων (υπήρξε 48 φορές υποψήφιος για Όσκαρ, ρεκόρ που δεν έχει καταρριφθεί ως σήµερα)– αφού, ως µανιώδης καπνιστής πούρων, πέθανε από καρκίνο του λάρυγγα το Δεκέµβριο του 1966. Πάντως, όταν κάποτε ρωτήθηκε για το µεγαλύτερο επίτευγµα στη ζωή του, η απάντησή του ήταν αποστοµωτική: «Ήταν όλο αυτό το καταραµένο πράγµα, το ότι κατάφερα να χτίσω αυτό τον οργανισµό και να τον κρατήσω…». Δεν είπε κουβέντα για την οικογένειά του που τον στήριξε ή για τη χαρά που έδωσε σε εκατοµµύρια παιδάκια όλου του κόσµου.
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Ι. Πρωτοπαπαδάκη, “Γνωστά ονόματα άγνωστες ιστορίες 3”, εκδόσεις Σταμούλη.


